Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφορητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με συμφόρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμφορητικός < μεσαιωνική ελληνική συμφορητικός < αρχαία ελληνική συμφορητός < συμφέρω < σύν + φέρω ::μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική congestif

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφορητικόςσυμφορητικήσυμφορητικό
Γενικήσυμφορητικούσυμφορητικήςσυμφορητικού
Αιτιατικήσυμφορητικόσυμφορητικήσυμφορητικό
Κλητικήσυμφορητικέσυμφορητικήσυμφορητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφορητικοίσυμφορητικέςσυμφορητικά
Γενικήσυμφορητικώνσυμφορητικώνσυμφορητικών
Αιτιατικήσυμφορητικούςσυμφορητικέςσυμφορητικά
Κλητικήσυμφορητικοίσυμφορητικέςσυμφορητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →