συμφυρματικός
•
- που έχει σχέση με συμφυρμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφυρματικός < συμφυρμός + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφυρματικός | συμφυρματική | συμφυρματικό |
| Γενική | συμφυρματικού | συμφυρματικής | συμφυρματικού |
| Αιτιατική | συμφυρματικό | συμφυρματική | συμφυρματικό |
| Κλητική | συμφυρματικέ | συμφυρματική | συμφυρματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφυρματικοί | συμφυρματικές | συμφυρματικά |
| Γενική | συμφυρματικών | συμφυρματικών | συμφυρματικών |
| Αιτιατική | συμφυρματικούς | συμφυρματικές | συμφυρματικά |
| Κλητική | συμφυρματικοί | συμφυρματικές | συμφυρματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →