συμφυρμός
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμφύρω Βικιλεξικό
- (αρνητική σημασία) συνύπαρξη ή συμβίωση ατόμων που δεν ταιριάζουν
- γλωσσολογίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμφύρω Βικιλεξικό
- Η λέξη «διάτανος» είναι συμφυρμός των «διάβολος» και «σατανάς».
Ετυμολογία
συμφυρμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμφυρμός < αρχαία ελληνική συμφύρω < (συν-) συμ- + φύρω : γλωσσολογικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contamination ή μεταφραστικό δάνειο ή απόδοση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφυρμός | συμφυρμοί |
| Γενική | συμφυρμού | συμφυρμών |
| Αιτιατική | συμφυρμό | συμφυρμούς |
| Κλητική | συμφυρμέ | συμφυρμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →