Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφυρμός

/siɱ.fiɾˈmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμφύρω Βικιλεξικό
    • (αρνητική σημασία) συνύπαρξη ή συμβίωση ατόμων που δεν ταιριάζουν
  2. γλωσσολογίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμφύρω Βικιλεξικό
    • Η λέξη «διάτανος» είναι συμφυρμός των «διάβολος» και «σατανάς».

Ετυμολογία

συμφυρμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμφυρμός < αρχαία ελληνική συμφύρω < (συν-) συμ- + φύρω : γλωσσολογικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contamination ή μεταφραστικό δάνειο ή απόδοση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμφυρμόςσυμφυρμοί
Γενικήσυμφυρμούσυμφυρμών
Αιτιατικήσυμφυρμόσυμφυρμούς
Κλητικήσυμφυρμέσυμφυρμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →