Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφωνητικό

/siɱ.fo.ni.tiˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςέγγραφο όπου γράφονται τα στοιχεία] δύο ή περισσότερων συμβαλλόμενων μερών και οι όροι μιας συμφωνίας μεταξύ τους Βικιλεξικό
    • ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνητικό μίσθωσης κατοικίας

Ετυμολογία

συμφωνητικό < (συμφωνώ), συμφωνη- + -τικό, ουδέτερο του -τικός ή (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική συμφωνητικόν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμφωνητικόσυμφωνητικά
Γενικήσυμφωνητικούσυμφωνητικών
Αιτιατικήσυμφωνητικόσυμφωνητικά
Κλητικήσυμφωνητικόσυμφωνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →