Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφωνικός

/siɱ.fo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου αναφέρεται στα σύμφωνα Βικιλεξικό
    • συμφωνικός φθόγγος, συμφωνικό σύμπλεγμα
    • Τα συμφωνικά συμπλέγματα τζ και τσ στο ΔΦΑ γράφονται [d͡z] και [t͡s] αντίστοιχα.
    • ≤ συνυπώνυμα: φωνηεντικός, ημιφωνικός, φθογγικός
  2. μουσικήπου αναφέρεται στην συμφωνία ή χαρακτηρίζεται από αυτήν Βικιλεξικό
    • συμφωνικός ήχος, συμφωνική εισαγωγή/ενορχήστρωση/μουσική/σουίτα, συμφωνική ορχήστρα, συμφωνικό έργο/κοντσέρτο/σύνολο
  3. μουσικήπου αναφέρεται στην συμφωνία ή χαρακτηρίζεται από αυτήν Βικιλεξικό
    • συμφωνικό ποίημα

Ετυμολογία

συμφωνικός < Διαφορετικές ετυμολογίες ανά σημασία. Σημασία 1 «αναφερόμενος στα σύμφωνα» < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμφωνικός < σύμφων(ον) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική consonantique. Σημασία 2 «αναφερόμενος στην συμφωνία» < λόγιο ενδογενές δάνειο: καθαρεύουσα συμφωνικός < συμφων(ία) + -ικός, γαλλική symphonique, αγγλική symphonic. Μορφολογικά αναλύεται σε συμ- + -φωνικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφωνικόςσυμφωνικήσυμφωνικό
Γενικήσυμφωνικούσυμφωνικήςσυμφωνικού
Αιτιατικήσυμφωνικόσυμφωνικήσυμφωνικό
Κλητικήσυμφωνικέσυμφωνικήσυμφωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφωνικοίσυμφωνικέςσυμφωνικά
Γενικήσυμφωνικώνσυμφωνικώνσυμφωνικών
Αιτιατικήσυμφωνικούςσυμφωνικέςσυμφωνικά
Κλητικήσυμφωνικοίσυμφωνικέςσυμφωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →