συμφύομαι
•
- για φυτάείμαι συμφυής Βικιλεξικό
- για οστά ή μέρη οστώνείμαι ενωμένο με σύμφυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμφύομαι, παθητική φωνή του συμφύω < συν- + φύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →