Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμψηφισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμψηφίζω Βικιλεξικό
    • Εκατοντάδες εργολάβοι δημοσίων έργων κινδυνεύουν να βρεθούν στη φυλακή για χρέη προς το Δημόσιο, ενώ το Δημόσιο τους οφείλει σημαντικά ποσά από υλοποιημένα ή σε εξέλιξη έργα. Ο Σύνδεσμος Ανωνύμων Τεχνικών Εταιριών (ΣΑΤΕ) θέτει εκ νέου το ζήτημα του συμψηφισμού των φορολογικών υποχρεώσεων των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τις τεράστιες οφειλές του Δημοσίου. (εφ. Ελευθεροτυπία, 22.06.2013)

Ετυμολογία

συμψηφισμός < μεσαιωνική ελληνική συμψηφισμός < αρχαία ελληνική συμψηφίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμψηφισμόςσυμψηφισμοί
Γενικήσυμψηφισμούσυμψηφισμών
Αιτιατικήσυμψηφισμόσυμψηφισμούς
Κλητικήσυμψηφισμέσυμψηφισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →