συνάδει
•
- λόγιοκάτι αρμόζει, ταιριάζει, συμφωνεί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- αυτού του είδους η συμπεριφορά δε συνάδει με τις πεποιθήσεις μου
Ετυμολογία
συνάδει < αρχαία ελληνική συνᾴδει < συνᾴδω < σὺν + ᾄδω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →