συνάμα
•
- συγχρόνως, ταυτόχρονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνάμα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική σύν + ἅμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
συνάμα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική σύν + ἅμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →