Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνάντηση

/siˈnan.di.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συναντώ, το αντάμωμα Βικιλεξικό
    • Θα μπορούσε να μην είχε αναφέρει το δράμα της την πρώτη ημέρα της συνάντησής τους. Ν' αφήσει το σπίτι της, να βρει μια κάμαρα και να ζει ευπρεπώς από την οικοδιδασκαλία. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)

Ετυμολογία

συνάντηση < < αρχαία ελληνική συνάντησις < συναντάω, --ῶ < σύν + ἀντάω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνάντησησυναντήσεις
Γενικήσυνάντησηςσυναντήσεων
Αιτιατικήσυνάντησησυναντήσεις
Κλητικήσυνάντησησυναντήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →