συνάρθρωση
•
- σύνδεση με άρθρωση Βικιλεξικό
- ανατομίατρόπος σύνδεσης των σκελετικών οστών, που δεν επιτρέπει καμία κίνηση (π.χ. στη λεκάνη ) ή επιτρέπει πολύ περιορισμένες κινήσεις (π.χ. στη σπονδυλική στήλη). Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαάρθρωση ενός φωνήματος με συνδυασμό περισσότερων του ενός Αρθρωτικών σημείων Βικιλεξικό
- Ένα φώνημα διαφοροποιείται όμως, κατά κανόνα, στη φωνητική του πραγμάτωση ανάλογα με το περιβάλλον του, δηλαδή σύμφωνα με τη συνάρθρωσή του με γειτονικά φωνήματα, την κατανομή του τόνου, το ρυθμό της ομιλίας κ.λπ.
Ετυμολογία
συνάρθρωση < (ελληνιστική κοινή) < συναρθρόω < ἄρθρον (3. (σημασιολογικό δάνειο) (αγγλικά) coarticulation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνάρθρωση | συναρθρώσεις |
| Γενική | συνάρθρωσης | συναρθρώσεων |
| Αιτιατική | συνάρθρωση | συναρθρώσεις |
| Κλητική | συνάρθρωση | συναρθρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →