συνάσκηση
•
- η από κοινού άσκηση ενός δικαιώματος, καθήκοντος ή λειτουργίας από δύο ή περισσότερα πρόσωπα Βικιλεξικό
- Στα πλαίσια της συνάσκησης της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, η αιτούσα μητέρα τους δικαιούται, κατ’ άρθρο 1516 παρ. 2 ΑΚ, να ασκήσει τις αξιώσεις διατροφής που έχουν τα τέκνα της, κατά του καθ’ ού πατρός τους, στα πλαίσια της συνεπιμέλειας.
Ετυμολογία
συνάσκηση < συν- + άσκηση• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνάσκηση | συνασκήσεις |
| Γενική | συνάσκησης | συνασκήσεων |
| Αιτιατική | συνάσκηση | συνασκήσεις |
| Κλητική | συνάσκηση | συνασκήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →