Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνάσκηση

/siˈna.sci.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η από κοινού άσκηση ενός δικαιώματος, καθήκοντος ή λειτουργίας από δύο ή περισσότερα πρόσωπα Βικιλεξικό
    • Στα πλαίσια της συνάσκησης της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, η αιτούσα μητέρα τους δικαιούται, κατ’ άρθρο 1516 παρ. 2 ΑΚ, να ασκήσει τις αξιώσεις διατροφής που έχουν τα τέκνα της, κατά του καθ’ ού πατρός τους, στα πλαίσια της συνεπιμέλειας.

Ετυμολογία

συνάσκηση < συν- + άσκηση• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνάσκησησυνασκήσεις
Γενικήσυνάσκησηςσυνασκήσεων
Αιτιατικήσυνάσκησησυνασκήσεις
Κλητικήσυνάσκησησυνασκήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →