συνέλιξη
•
- μαθηματικάπράξη που ορίζεται στον χώρο των ολοκληρώσιμων συναρτήσεων και παρουσιάζει αλγεβρικές ιδιότητες ανάλογες με εκείνες του πολλαπλασιασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνέλιξη < συν- + έλιξη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική convolution)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνέλιξη | συνελίξεις |
| Γενική | συνέλιξης | συνελίξεων |
| Αιτιατική | συνέλιξη | συνελίξεις |
| Κλητική | συνέλιξη | συνελίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →