Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνέντευξη

/siˈnen.def.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διαδικασία κατά την οποία ένας δημοσιογράφος θέτει ερωτήσεις προφορικά σε κάποιον για να μάθει την άποψή του για διάφορα θέματα, να μάθει προσωπικές πληροφορίες, κλπ., και οι απαντήσεις γνωστοποιούνται σε ευρύτερο κοινό Βικιλεξικό
    • Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτός ο καταπιεσμένος γραβατάκιας, που πήγα να του πάρω μια κοινότοπη συνέντευξη, θα είχε μέσα του τόση ομορφιά να προσφέρει απλόχερα σε μια γυναίκα (Κώστας Μουρσελάς, Το παιχνίδι των τεσσάρων: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτης, 1998)
  2. η διαπίστωση αν κάποιος έχει τα απαραίτητα προσόντα και τις κατάλληλες γνώσεις για να αναλάβει μια δουλειά, με το να απαντήσει ο υποψήφιος προφορικά σε διάφορες ερωτήσεις Βικιλεξικό
    • «Συναντώ συνεχώς νέες γυναίκες, που όταν πάνε για δουλειά τις ρωτούν στις συνεντεύξεις αν πρόκειται να παντρευτούν και αν πρόκειται να αποκτήσουν παιδιά», σημείωσε χαρακτηριστικά η πρόεδρος της Σοροπτιμιστικής Ένωσης Ελλάδος. «Είναι σημάδι ότι η γυναίκα που θα ζητήσει δουλειά», επισήμανε με νόημα, «ή πρέπει πλέον να έχει αποπαιδιάσει, που σημαίνει ότι δε θα χρειάζεται άδειες κύησης και άδειες λοχείας, ή πρέπει να παραείναι νέα...» (Όταν το «θαύμα της ζωής» γίνεται εμπόδιο στην εύρεση εργασίας, Παρατηρητής της Θράκης, paratiritis-news.gr, 05/04/2016 https://www.paratiritis-news.gr/news/otan-to-thavma-tis-zois-ginetai-ebodio-stin-evresi-ergasias/

Ετυμολογία

συνέντευξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνέντευξις (-τυχαία- συνάντηση) > συν- + αρχαία ελληνική ἔντευξις < από μεταπτωτική βαθμίδα του ἐντυγχάνω→ δείτε τη λέξη τυγχάνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνέντευξησυνεντεύξεις
Γενικήσυνέντευξηςσυνεντεύξεων
Αιτιατικήσυνέντευξησυνεντεύξεις
Κλητικήσυνέντευξησυνεντεύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →