συνέρχομαι
•
- έρχομαι μαζί με άλλους στον ίδιο τόπο με ένα κοινό σκοπό, συγκεντρώνομαι Βικιλεξικό
- συνεδριάζω Βικιλεξικό
- ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου μετά από λιποθυμία Βικιλεξικό
- αναρρώνω μετά από ασθένεια Βικιλεξικό
- ξαναβρίσκω τη διαύγεια, την ηρεμία μου Βικιλεξικό
- Σύνελθε! (= Ηρέμησε!)
Ετυμολογία
συνέρχομαι < αρχαία ελληνική συνέρχομαι < σύν + ἔρχομαι. : (Σημασία: αναρρώνω): (σημασιολογικό δάνειο) τα γαλλικά revenir à soi
Άλλοι τύποι
συνήλθασυνήρθα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →