συνήχηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνηχώ Βικιλεξικό
- φιλολογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνηχώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνήχηση < ελληνιστική κοινή συνήχησις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική consonance)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνήχηση | συνηχήσεις |
| Γενική | συνήχησης | συνηχήσεων |
| Αιτιατική | συνήχηση | συνηχήσεις |
| Κλητική | συνήχηση | συνηχήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →