Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνήχηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνηχώ Βικιλεξικό
  2. φιλολογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνηχώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνήχηση < ελληνιστική κοινή συνήχησις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική consonance)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνήχησησυνηχήσεις
Γενικήσυνήχησηςσυνηχήσεων
Αιτιατικήσυνήχησησυνηχήσεις
Κλητικήσυνήχησησυνηχήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →