Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνίζηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήη συνεκφορά δύο γειτονικών φωνηέντων σε μια συλλαβή για αποφυγή της χασμωδίας Βικιλεξικό
    • ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Η κατάληξη του πληθυντικού πλοιάρια προφέρεται χωρίς συνίζηση: πλοι‑ά‑ρι‑α. Ο πληθυντικός ψάρια προφέρεται με συνίζηση: ψά‑ρια όπως και το θηλυκό ψαριά: ψα‑ριά.
    • Στα νέα ελληνικά η συνίζηση είναι συχνό φαινόμενο για τα φωνήεντα [i] και [e] που συνιζάνονται σε ημίφωνο [ʝ] ή δίφθογγο (π.χ. καρδία > καρδιά, /kaɾˈði.a/ > /kaɾˈðʝa/) είτε με την ουράνωση του προηγούμενου συμφώνου (αν αυτό είναι ένα από τα κ, γκ, χ, ν, λ) και απαλοιφή του πρώτου φωνήεντος (π.χ. ήλιος, /ˈi.li.os/ > /ˈi.li̯os/ > /ˈi.ʎos/).
  2. μετρικήη συνεκφώνηση δύο διαδοχικών φωνηέντων είτε σε γειτονικές λέξεις, είτε η συμπροφορά μέσα στη λέξη, ώστε να τηρηθεί το μέτρο του στίχου Βικιλεξικό
    • «Σε-γνω-ρί-ζωα-πό-την-κό-ψη» (στον πρώτο στίχο από τον εθνικό ύμνο)
  3. γεωλογίαη μετακίνηση τμημάτων του φλοιού της γης προς το κέντρο της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνίζηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνίζησις < συνιζάνω < συν- + ἱζάνω (καθίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνίζησησυνιζήσεις
Γενικήσυνίζησηςσυνιζήσεων
Αιτιατικήσυνίζησησυνιζήσεις
Κλητικήσυνίζησησυνιζήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →