συναγελάζομαι
•
- για ζώαπου ζουν σε αγέλη Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχετίζομαι, κάνω συντροφιά με ανήθικους, μηδαμινούς ανθρώπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναγελάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναγελάζομαι (χωρίς μειωτική χροιά)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναγελάζομαι | συναγελάζεσαι | συναγελάζεται | συναγελαζόμαστε | συναγελάζεστε | συναγελάζονται |
| Παρατατικός | συναγελαζόμουν / συναγελαζόμουνα | συναγελαζόσουν / συναγελαζόσουνα | συναγελαζόταν / συναγελαζότανε | συναγελαζόμασταν / συναγελαζόμαστε | συναγελαζόσασταν / συναγελαζόσαστε | συναγελάζονταν / συναγελαζόντουσαν |
| Αόριστος | συναγελάστηκα | συναγελάστηκες | συναγελάστηκε | συναγελαστήκαμε | συναγελαστήκατε | συναγελάστηκαν / συναγελαστήκαν / συναγελαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα συναγελάζομαι / θα συναγελαστώ | θα συναγελάζεσαι / θα συναγελαστείς | θα συναγελάζεται / θα συναγελαστεί | θα συναγελαζόμαστε / θα συναγελαστούμε | θα συναγελάζεστε / θα συναγελαστείτε | θα συναγελάζονται / θα συναγελαστούν / θα συναγελαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναγελαστεί | έχεις συναγελαστεί | έχει συναγελαστεί | έχουμε συναγελαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναγελαστεί | είχες συναγελαστεί | είχε συναγελαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναγελαστεί / να συναγελάζομαι / να συναγελαστώ | να έχεις συναγελαστεί / να συναγελάζεσαι / να συναγελαστείς | να έχει συναγελαστεί / να συναγελάζεται / να συναγελαστεί | να έχουμε συναγελαστεί / να συναγελαζόμαστε / να συναγελαστούμε | να συναγελάζεστε / να συναγελαστείτε | να συναγελάζονται / να συναγελαστούν / να συναγελαστούνε |
| Προστακτική | — | συναγελάσου | — | — | συναγελάζεστε / συναγελαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →