συναδέλφωση
•
- η καλλιέργεια και ανάπτυξη δεσμών φιλίας και αγάπης ανάμεσα σε ανθρώπους και λαούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναδέλφωση < συναδελφώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναδέλφωση | συναδελφώσεις |
| Γενική | συναδέλφωσης | συναδελφώσεων |
| Αιτιατική | συναδέλφωση | συναδελφώσεις |
| Κλητική | συναδέλφωση | συναδελφώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →