συναδελφικώς
•
- παρωχημένοσυναδελφικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναδελφικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συναδελφικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε συναδελφικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
συναδελφικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συναδελφικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε συναδελφικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →