συναδελφότητα
•
- η ιδιότητα των συναδέλφων, το να είμαστε συνάδελφοι Βικιλεξικό
- συνώνυμο του συναδελφικότητα Βικιλεξικό
- συνήθως με κεφαλαίο αρκτικό Συναδελφότητα: ονομασία «Συναδελφότης», αδελφότητας, συλλόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναδελφότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συναδελφ(ότης) (μαρτυρείται από το 1752) + -ότητα < συνάδελφ(ος) + -ότης > -ότητα. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + αδελφότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναδελφότητα | συναδελφότητες |
| Γενική | συναδελφότητας | συναδελφοτήτων |
| Αιτιατική | συναδελφότητα | συναδελφότητες |
| Κλητική | συναδελφότητα | συναδελφότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →