Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναδελφότητα

/si.na.ðelˈfo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα των συναδέλφων, το να είμαστε συνάδελφοι Βικιλεξικό
  2. συνώνυμο του συναδελφικότητα Βικιλεξικό
  3. συνήθως με κεφαλαίο αρκτικό Συναδελφότητα: ονομασία «Συναδελφότης», αδελφότητας, συλλόγου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναδελφότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συναδελφ(ότης) (μαρτυρείται από το 1752) + -ότητα < συνάδελφ(ος) + -ότης > -ότητα. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + αδελφότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυναδελφότητασυναδελφότητες
Γενικήσυναδελφότηταςσυναδελφοτήτων
Αιτιατικήσυναδελφότητασυναδελφότητες
Κλητικήσυναδελφότητασυναδελφότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →