συναδερφώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος συναδερφώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναδερφώνομαι | συναδερφώνεσαι | συναδερφώνεται | συναδερφωνόμαστε | συναδερφώνεστε | συναδερφώνονται |
| Παρατατικός | συναδερφωνόμουν / συναδερφωνόμουνα | συναδερφωνόσουν / συναδερφωνόσουνα | συναδερφωνόταν / συναδερφωνότανε | συναδερφωνόμασταν / συναδερφωνόμαστε | συναδερφωνόσασταν / συναδερφωνόσαστε | συναδερφωνόντουσαν / συναδερφώνονταν |
| Αόριστος | συναδερφώθηκα | συναδερφώθηκες | συναδερφώθηκε | συναδερφωθήκαμε | συναδερφωθήκατε | συναδερφωθήκαν / συναδερφωθήκανε / συναδερφώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα συναδερφωθώ / θα συναδερφώνομαι | θα συναδερφωθείς / θα συναδερφώνεσαι | θα συναδερφωθεί / θα συναδερφώνεται | θα συναδερφωθούμε / θα συναδερφωνόμαστε | θα συναδερφωθείτε / θα συναδερφώνεστε | θα συναδερφωθούν / θα συναδερφωθούνε / θα συναδερφώνονται |
| Παρακείμενος | έχω συναδερφωθεί | έχεις συναδερφωθεί | έχει συναδερφωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναδερφωθεί | είχες συναδερφωθεί | είχε συναδερφωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναδερφωθεί / να συναδερφωθώ / να συναδερφώνομαι | να έχεις συναδερφωθεί / να συναδερφωθείς / να συναδερφώνεσαι | να έχει συναδερφωθεί / να συναδερφωθεί / να συναδερφώνεται | να συναδερφωθούμε / να συναδερφωνόμαστε | να συναδερφωθείτε / να συναδερφώνεστε | να συναδερφωθούν / να συναδερφωθούνε / να συναδερφώνονται |
| Προστακτική | — | συναδερφώνου / συναδερφώσου | — | — | συναδερφωθείτε / συναδερφώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →