Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναδερφώνω

ρήμα
•
  1. προωθώ τη συναδέρφωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναδερφώνω < συνάδερφος + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυναδερφώνωσυναδερφώνειςσυναδερφώνεισυναδερφώνουμεσυναδερφώνετεσυναδερφώνουν / συναδερφώνουνε
Παρατατικόςσυναδέρφωνασυναδέρφωνεςσυναδέρφωνεσυναδερφώναμεσυναδερφώνατεσυναδέρφωναν / συναδερφώναν / συναδερφώνανε
Αόριστοςσυναδέρφωσασυναδέρφωσεςσυναδέρφωσεσυναδερφώσαμεσυναδερφώσατεσυναδέρφωσαν / συναδερφώσαν / συναδερφώσανε
Μέλλονταςθα συναδερφώνω / θα συναδερφώσωθα συναδερφώνεις / θα συναδερφώσειςθα συναδερφώνει / θα συναδερφώσειθα συναδερφώνουμε / θα συναδερφώσουμεθα συναδερφώνετε / θα συναδερφώσετεθα συναδερφώνουν / θα συναδερφώνουνε / θα συναδερφώσουν / θα συναδερφώσουνε
Παρακείμενοςέχω συναδερφώσειέχεις συναδερφώσειέχει συναδερφώσειέχουμε συναδερφώσειέχετε συναδερφώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συναδερφώσειείχες συναδερφώσειείχε συναδερφώσειείχαμε συναδερφώσει——
Υποτακτικήνα έχω συναδερφώσει / να συναδερφώνω / να συναδερφώσωνα έχεις συναδερφώσει / να συναδερφώνεις / να συναδερφώσειςνα έχει συναδερφώσει / να συναδερφώνει / να συναδερφώσεινα έχουμε συναδερφώσει / να συναδερφώνουμε / να συναδερφώσουμενα έχετε συναδερφώσει / να συναδερφώνετε / να συναδερφώσετενα συναδερφώνουν / να συναδερφώνουνε / να συναδερφώσουν / να συναδερφώσουνε
Προστακτική—συναδέρφωνε / συναδέρφωσε——συναδερφώνετε / συναδερφώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →