συναισθηματισμός
•
- η αντιμετώπιση καταστάσεων με το θυμικό κι όχι ρεαλιστικά Βικιλεξικό
- πληθυντικός συναισθηματισμοί: πράξεις που απορρέουν από τον συναισθηματισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναισθηματισμός < συναίσθημα + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) sentimentalisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναισθηματισμός | συναισθηματισμοί |
| Γενική | συναισθηματισμού | συναισθηματισμών |
| Αιτιατική | συναισθηματισμό | συναισθηματισμούς |
| Κλητική | συναισθηματισμέ | συναισθηματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →