Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναισθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο πάσχων (ο έχων σε ηπιότερες ή ερμηνευτικά ουδέτερες ή θετικές μορφές) από συναισθησία Βικιλεξικό
  2. αυτός που βιώνει περιπλεγμένα τα ερεθίσματα των αισθήσεων, είτε λόγω δομικών εγκεφαλικών διαφοροποιήσεων, είτε λόγω παρουσίας ψυχοτρόπου ουσίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναισθητικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναισθητικόςσυναισθητικήσυναισθητικό
Γενικήσυναισθητικούσυναισθητικήςσυναισθητικού
Αιτιατικήσυναισθητικόσυναισθητικήσυναισθητικό
Κλητικήσυναισθητικέσυναισθητικήσυναισθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναισθητικοίσυναισθητικέςσυναισθητικά
Γενικήσυναισθητικώνσυναισθητικώνσυναισθητικών
Αιτιατικήσυναισθητικούςσυναισθητικέςσυναισθητικά
Κλητικήσυναισθητικοίσυναισθητικέςσυναισθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →