συναισθητικός
•
- ο πάσχων (ο έχων σε ηπιότερες ή ερμηνευτικά ουδέτερες ή θετικές μορφές) από συναισθησία Βικιλεξικό
- αυτός που βιώνει περιπλεγμένα τα ερεθίσματα των αισθήσεων, είτε λόγω δομικών εγκεφαλικών διαφοροποιήσεων, είτε λόγω παρουσίας ψυχοτρόπου ουσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναισθητικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναισθητικός | συναισθητική | συναισθητικό |
| Γενική | συναισθητικού | συναισθητικής | συναισθητικού |
| Αιτιατική | συναισθητικό | συναισθητική | συναισθητικό |
| Κλητική | συναισθητικέ | συναισθητική | συναισθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναισθητικοί | συναισθητικές | συναισθητικά |
| Γενική | συναισθητικών | συναισθητικών | συναισθητικών |
| Αιτιατική | συναισθητικούς | συναισθητικές | συναισθητικά |
| Κλητική | συναισθητικοί | συναισθητικές | συναισθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →