συναιτιότητα
•
- συνώνυμο του συνυπευθυνότητα Βικιλεξικό
- νομικός όροςσυνώνυμο του συνυπαιτιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναιτιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συναιτι(ότης) (μαρτυρείται από το 1840) + -ότητα ή απόδοση για τη γαλλική complicité. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + αιτιότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναιτιότητα | συναιτιότητες |
| Γενική | συναιτιότητας | συναιτιοτήτων |
| Αιτιατική | συναιτιότητα | συναιτιότητες |
| Κλητική | συναιτιότητα | συναιτιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →