Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναιτιότητα

/si.ne.tiˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνώνυμο του συνυπευθυνότητα Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςσυνώνυμο του συνυπαιτιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναιτιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συναιτι(ότης) (μαρτυρείται από το 1840) + -ότητα ή απόδοση για τη γαλλική complicité. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + αιτιότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυναιτιότητασυναιτιότητες
Γενικήσυναιτιότηταςσυναιτιοτήτων
Αιτιατικήσυναιτιότητασυναιτιότητες
Κλητικήσυναιτιότητασυναιτιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →