συνακόλουθος
•
- που ακολουθεί ως συνέπεια Βικιλεξικό
- ο εγκιβωτισμός του ποταμού Γιαννακάκη και η συνακόλουθη δημιουργία αναβαθμίδων προσέφερε αρκετά ομαλό χώρο στην είσοδο των σπηλαίων, καθιστώντας τα έτσι ιδανικούς χώρους εγκατάστασης (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, 2002, Υπουργείο Πολιτισμού, σελ. 28)
Ετυμολογία
συνακόλουθος < αρχαία ελληνική συνακόλουθος < σύν + ἀκόλουθος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνακόλουθος | συνακόλουθη | συνακόλουθο |
| Γενική | συνακόλουθου | συνακόλουθης | συνακόλουθου |
| Αιτιατική | συνακόλουθο | συνακόλουθη | συνακόλουθο |
| Κλητική | συνακόλουθε | συνακόλουθη | συνακόλουθο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνακόλουθοι | συνακόλουθες | συνακόλουθα |
| Γενική | συνακόλουθων | συνακόλουθων | συνακόλουθων |
| Αιτιατική | συνακόλουθους | συνακόλουθες | συνακόλουθα |
| Κλητική | συνακόλουθοι | συνακόλουθες | συνακόλουθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →