Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναλλακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συναλλαγές ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναλλακτικός < ελληνιστική κοινή συναλλακτικός < αρχαία ελληνική συναλλάσσω / συναλλάττω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική transactional)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναλλακτικόςσυναλλακτικήσυναλλακτικό
Γενικήσυναλλακτικούσυναλλακτικήςσυναλλακτικού
Αιτιατικήσυναλλακτικόσυναλλακτικήσυναλλακτικό
Κλητικήσυναλλακτικέσυναλλακτικήσυναλλακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναλλακτικοίσυναλλακτικέςσυναλλακτικά
Γενικήσυναλλακτικώνσυναλλακτικώνσυναλλακτικών
Αιτιατικήσυναλλακτικούςσυναλλακτικέςσυναλλακτικά
Κλητικήσυναλλακτικοίσυναλλακτικέςσυναλλακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →