Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναλληλία

/si.na.liˈli.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλοσοφίαη ιδιότητα του συνάλληλου, που αφορά έννοιες που υπάγονται σε άλλη γενικότερη και ανώτερη, την υπερκείμενη Βικιλεξικό
  2. λόγιοαλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, αλληλοϋποστήριξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναλληλία < μεσαιωνική ελληνική συναλληλία < συνάλληλος < αρχαία ελληνική σύν + ἀλλήλων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυναλληλίασυναλληλίες
Γενικήσυναλληλίαςσυναλληλιών
Αιτιατικήσυναλληλίασυναλληλίες
Κλητικήσυναλληλίασυναλληλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →