Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναναστρέφομαι

/si.na.naˈstɾe.fo.me/ρήμα
•
  1. έχω κοινωνικές σχέσεις, κάνω παρέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναναστρέφομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναναστρέφομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + ανα- + στρέφομαι του στρέφω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυναναστρέφομαισυναναστρέφεσαισυναναστρέφεταισυναναστρεφόμαστεσυναναστρέφεστεσυναναστρέφονται
Παρατατικόςσυναναστρεφόμουν / συναναστρεφόμουνασυναναστρεφόσουν / συναναστρεφόσουνασυναναστρεφόταν / συναναστρεφότανεσυναναστρεφόμασταν / συναναστρεφόμαστεσυναναστρεφόσασταν / συναναστρεφόσαστεσυναναστρέφονταν / συναναστρεφόντουσαν
Αόριστοςσυναναστράφηκασυναναστράφηκεςσυναναστράφηκεσυναναστραφήκαμεσυναναστραφήκατεσυναναστράφηκαν / συναναστραφήκαν / συναναστραφήκανε
Μέλλονταςθα συναναστρέφομαι / θα συναναστραφώθα συναναστρέφεσαι / θα συναναστραφείςθα συναναστρέφεται / θα συναναστραφείθα συναναστραφούμε / θα συναναστρεφόμαστεθα συναναστρέφεστε / θα συναναστραφείτεθα συναναστρέφονται / θα συναναστραφούν / θα συναναστραφούνε
Παρακείμενοςέχω συναναστραφείέχεις συναναστραφείέχει συναναστραφείέχουμε συναναστραφεί——
Υπερσυντέλικοςείχα συναναστραφείείχες συναναστραφείείχε συναναστραφεί———
Υποτακτικήνα έχω συναναστραφεί / να συναναστρέφομαι / να συναναστραφώνα έχεις συναναστραφεί / να συναναστρέφεσαι / να συναναστραφείςνα έχει συναναστραφεί / να συναναστρέφεται / να συναναστραφείνα έχουμε συναναστραφεί / να συναναστραφούμε / να συναναστρεφόμαστενα συναναστρέφεστε / να συναναστραφείτενα συναναστρέφονται / να συναναστραφούν / να συναναστραφούνε
Προστακτική—συναναστρέψου——συναναστρέφεστε / συναναστραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →