συναναστρέφομαι
•
- έχω κοινωνικές σχέσεις, κάνω παρέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναναστρέφομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναναστρέφομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + ανα- + στρέφομαι του στρέφω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναναστρέφομαι | συναναστρέφεσαι | συναναστρέφεται | συναναστρεφόμαστε | συναναστρέφεστε | συναναστρέφονται |
| Παρατατικός | συναναστρεφόμουν / συναναστρεφόμουνα | συναναστρεφόσουν / συναναστρεφόσουνα | συναναστρεφόταν / συναναστρεφότανε | συναναστρεφόμασταν / συναναστρεφόμαστε | συναναστρεφόσασταν / συναναστρεφόσαστε | συναναστρέφονταν / συναναστρεφόντουσαν |
| Αόριστος | συναναστράφηκα | συναναστράφηκες | συναναστράφηκε | συναναστραφήκαμε | συναναστραφήκατε | συναναστράφηκαν / συναναστραφήκαν / συναναστραφήκανε |
| Μέλλοντας | θα συναναστρέφομαι / θα συναναστραφώ | θα συναναστρέφεσαι / θα συναναστραφείς | θα συναναστρέφεται / θα συναναστραφεί | θα συναναστραφούμε / θα συναναστρεφόμαστε | θα συναναστρέφεστε / θα συναναστραφείτε | θα συναναστρέφονται / θα συναναστραφούν / θα συναναστραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναναστραφεί | έχεις συναναστραφεί | έχει συναναστραφεί | έχουμε συναναστραφεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναναστραφεί | είχες συναναστραφεί | είχε συναναστραφεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναναστραφεί / να συναναστρέφομαι / να συναναστραφώ | να έχεις συναναστραφεί / να συναναστρέφεσαι / να συναναστραφείς | να έχει συναναστραφεί / να συναναστρέφεται / να συναναστραφεί | να έχουμε συναναστραφεί / να συναναστραφούμε / να συναναστρεφόμαστε | να συναναστρέφεστε / να συναναστραφείτε | να συναναστρέφονται / να συναναστραφούν / να συναναστραφούνε |
| Προστακτική | — | συναναστρέψου | — | — | συναναστρέφεστε / συναναστραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →