συναντίληψη
•
- λόγιοβοήθεια, συμπαράσταση, από κοινού υποστήριξη, αλληλεγγύη Βικιλεξικό
- λόγιοσυναίνεση, συμφωνία, κοινή αντίληψη για την αντιμετώπιση κάποιων καταστάσεων Βικιλεξικό
- Τα μείζονα αυτά σώματα της Εκκλησίας —όπως η Πανορθόδοξος Σύνοδος— συγκροτούνται ad hoc, αλλά έχουν τη σύνθεση και την εξουσιοδότηση να αποφασίζουν όποια μέτρα θα κρίνουν σκόπιμα για να αντιμετωπισθούν τα ζητήματα για τα οποία συγκαλούνται. Οι αποφάσεις των σωμάτων αυτών που στηρίζονται πάντα στη συναντίληψη και συναίνεση είναι τελεσίδικες και υποχρεωτικές για όλους. ("Τι φοβάται το Φανάρι", Άλκης Κούρκολας, εφημερίδα Το Βήμα, 2005.05.22.)
Ετυμολογία
συναντίληψη < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική συναντίληψις < ελληνιστική κοινή συναντιλαμβάνομαι < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνω < λαμβάνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναντίληψη | συναντιλήψεις |
| Γενική | συναντίληψης | συναντιλήψεων |
| Αιτιατική | συναντίληψη | συναντιλήψεις |
| Κλητική | συναντίληψη | συναντιλήψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →