συναπάντημα
•
- η τυχαία και συνήθως μάλλον δυσάρεστη συνάντηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναπάντημα (μαρτυρείται από το 1858) < από το ρήμα συναπαντώ της νεοελληνικής < συν + απαντώ (< αρχαία ελληνική ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναπάντημα | συναπαντήματα |
| Γενική | συναπαντήματος | συναπαντημάτων |
| Αιτιατική | συναπάντημα | συναπαντήματα |
| Κλητική | συναπάντημα | συναπαντήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →