συναποθνήσκω
•
- λόγιοπεθαίνω μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναποθνήσκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναποθνῄσκω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
συναποθνήσκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναποθνῄσκω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →