συναποκομίζω
•
- κυριολεκτικάαποκομίζω κάτι επιπλέον ή μαζί με κάτι άλλο ή κάποιον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναποκομίζω < (ελληνιστική κοινή) < σύν + αρχαία ελληνική ἀποκομίζω < ἀπό + κομίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναποκομίζω | συναποκομίζεις | συναποκομίζει | συναποκομίζουμε | συναποκομίζετε | συναποκομίζουν / συναποκομίζουνε |
| Παρατατικός | συναποκόμιζα | συναποκόμιζες | συναποκόμιζε | συναποκομίζαμε | συναποκομίζατε | συναποκομίζαν / συναποκομίζανε / συναποκόμιζαν |
| Αόριστος | συναποκόμισα | συναποκόμισες | συναποκόμισε | συναποκομίσαμε | συναποκομίσατε | συναποκομίσαν / συναποκομίσανε / συναποκόμισαν |
| Μέλλοντας | θα συναποκομίζω / θα συναποκομίσω | θα συναποκομίζεις / θα συναποκομίσεις | θα συναποκομίζει / θα συναποκομίσει | θα συναποκομίζουμε / θα συναποκομίσουμε | θα συναποκομίζετε / θα συναποκομίσετε | θα συναποκομίζουν / θα συναποκομίζουνε / θα συναποκομίσουν / θα συναποκομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συναποκομίσει | έχεις συναποκομίσει | έχει συναποκομίσει | έχουμε συναποκομίσει | έχετε συναποκομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναποκομίσει | είχες συναποκομίσει | είχε συναποκομίσει | είχαμε συναποκομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναποκομίσει / να συναποκομίζω / να συναποκομίσω | να έχεις συναποκομίσει / να συναποκομίζεις / να συναποκομίσεις | να έχει συναποκομίσει / να συναποκομίζει / να συναποκομίσει | να έχουμε συναποκομίσει / να συναποκομίζουμε / να συναποκομίσουμε | να έχετε συναποκομίσει / να συναποκομίζετε / να συναποκομίσετε | να συναποκομίζουν / να συναποκομίζουνε / να συναποκομίσουν / να συναποκομίσουνε |
| Προστακτική | — | συναποκόμιζε / συναποκόμισε | — | — | συναποκομίζετε / συναποκομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →