συναρμολογήτρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του συναρμολογητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναρμολογήτρια < συναρμολογη(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναρμολογήτρια | συναρμολογήτριες |
| Γενική | συναρμολογήτριας | συναρμολογητριών |
| Αιτιατική | συναρμολογήτρια | συναρμολογήτριες |
| Κλητική | συναρμολογήτρια | συναρμολογήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →