συναρπαγή
•
- η αρπαγή κάποιου πράγματος μαζί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναρπάζω Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαγλωσσική διαδικασία δημιουργίας σύνθετης λέξης από τις λέξεις που αποτελούν μία φράση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναρπαγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναρπαγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναρπαγή | συναρπαγές |
| Γενική | συναρπαγής | συναρπαγών |
| Αιτιατική | συναρπαγή | συναρπαγές |
| Κλητική | συναρπαγή | συναρπαγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →