συναρτησιακός
•
- που αναφέρεται σε συνάρτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναρτησιακός < συνάρτησι(ς) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναρτησιακός | συναρτησιακή | συναρτησιακό |
| Γενική | συναρτησιακού | συναρτησιακής | συναρτησιακού |
| Αιτιατική | συναρτησιακό | συναρτησιακή | συναρτησιακό |
| Κλητική | συναρτησιακέ | συναρτησιακή | συναρτησιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναρτησιακοί | συναρτησιακές | συναρτησιακά |
| Γενική | συναρτησιακών | συναρτησιακών | συναρτησιακών |
| Αιτιατική | συναρτησιακούς | συναρτησιακές | συναρτησιακά |
| Κλητική | συναρτησιακοί | συναρτησιακές | συναρτησιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →