Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναρτησιακός

/si.naɾ.ti.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε συνάρτηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναρτησιακός < συνάρτησι(ς) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναρτησιακόςσυναρτησιακήσυναρτησιακό
Γενικήσυναρτησιακούσυναρτησιακήςσυναρτησιακού
Αιτιατικήσυναρτησιακόσυναρτησιακήσυναρτησιακό
Κλητικήσυναρτησιακέσυναρτησιακήσυναρτησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναρτησιακοίσυναρτησιακέςσυναρτησιακά
Γενικήσυναρτησιακώνσυναρτησιακώνσυναρτησιακών
Αιτιατικήσυναρτησιακούςσυναρτησιακέςσυναρτησιακά
Κλητικήσυναρτησιακοίσυναρτησιακέςσυναρτησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →