συναφής
•
- που συνδέεται λογικά, έχει σχέση (συνάφεια) με κάτι Βικιλεξικό
- Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)
- κατ’ επέκτασηπου μοιάζει με κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναφής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναφής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναφής | συναφής | συναφές |
| Γενική | συναφούς | συναφούς | συναφούς |
| Αιτιατική | συναφή | συναφή | συναφές |
| Κλητική | συναφή / συναφής | συναφής | συναφές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναφείς | συναφείς | συναφή |
| Γενική | συναφών | συναφών | συναφών |
| Αιτιατική | συναφείς | συναφείς | συναφή |
| Κλητική | συναφείς | συναφείς | συναφή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →