συναχώνω
•
- προφορικόκάνω κάποιον να αρρωστήσει από συνάχι Βικιλεξικό
- παθητική φωνή: συναχώνομαι: παθαίνω συνάχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναχώνω < συνάχ(ι) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναχώνω | συναχώνεις | συναχώνει | συναχώνουμε | συναχώνετε | συναχώνουν / συναχώνουνε |
| Παρατατικός | συνάχωνα | συνάχωνες | συνάχωνε | συναχώναμε | συναχώνατε | συνάχωναν / συναχώναν / συναχώνανε |
| Αόριστος | συνάχωσα | συνάχωσες | συνάχωσε | συναχώσαμε | συναχώσατε | συνάχωσαν / συναχώσαν / συναχώσανε |
| Μέλλοντας | θα συναχώνω / θα συναχώσω | θα συναχώνεις / θα συναχώσεις | θα συναχώνει / θα συναχώσει | θα συναχώνουμε / θα συναχώσουμε | θα συναχώνετε / θα συναχώσετε | θα συναχώνουν / θα συναχώνουνε / θα συναχώσουν / θα συναχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συναχώσει | έχεις συναχώσει | έχει συναχώσει | έχουμε συναχώσει | έχετε συναχώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναχώσει | είχες συναχώσει | είχε συναχώσει | είχαμε συναχώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναχώσει / να συναχώνω / να συναχώσω | να έχεις συναχώσει / να συναχώνεις / να συναχώσεις | να έχει συναχώσει / να συναχώνει / να συναχώσει | να έχουμε συναχώσει / να συναχώνουμε / να συναχώσουμε | να έχετε συναχώσει / να συναχώνετε / να συναχώσετε | να συναχώνουν / να συναχώνουνε / να συναχώσουν / να συναχώσουνε |
| Προστακτική | — | συνάχωνε / συνάχωσε | — | — | συναχώνετε / συναχώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →