Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνδαυλίζω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάανακατεύω ή ανακινώ τα ξύλα (σε τζάκι, σόμπα κ.λπ.), προκειμένου να δυναμώσω τη φωτιά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυμβάλλω στην ανάδειξη δυσάρεστων καταστάσεων, παθών κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνδαυλίζω < συν- + δαυλός + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνδαυλίζωσυνδαυλίζειςσυνδαυλίζεισυνδαυλίζουμεσυνδαυλίζετεσυνδαυλίζουν / συνδαυλίζουνε
Παρατατικόςσυνδαύλιζασυνδαύλιζεςσυνδαύλιζεσυνδαυλίζαμεσυνδαυλίζατεσυνδαυλίζαν / συνδαυλίζανε / συνδαύλιζαν
Αόριστοςσυνδαύλισασυνδαύλισεςσυνδαύλισεσυνδαυλίσαμεσυνδαυλίσατεσυνδαυλίσαν / συνδαυλίσανε / συνδαύλισαν
Μέλλονταςθα συνδαυλίζω / θα συνδαυλίσωθα συνδαυλίζεις / θα συνδαυλίσειςθα συνδαυλίζει / θα συνδαυλίσειθα συνδαυλίζουμε / θα συνδαυλίσουμεθα συνδαυλίζετε / θα συνδαυλίσετεθα συνδαυλίζουν / θα συνδαυλίζουνε / θα συνδαυλίσουν / θα συνδαυλίσουνε
Παρακείμενοςέχω συνδαυλίσειέχεις συνδαυλίσειέχει συνδαυλίσειέχουμε συνδαυλίσειέχετε συνδαυλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνδαυλίσειείχες συνδαυλίσειείχε συνδαυλίσειείχαμε συνδαυλίσει——
Υποτακτικήνα έχω συνδαυλίσει / να συνδαυλίζω / να συνδαυλίσωνα έχεις συνδαυλίσει / να συνδαυλίζεις / να συνδαυλίσειςνα έχει συνδαυλίσει / να συνδαυλίζει / να συνδαυλίσεινα έχουμε συνδαυλίσει / να συνδαυλίζουμε / να συνδαυλίσουμενα έχετε συνδαυλίσει / να συνδαυλίζετε / να συνδαυλίσετενα συνδαυλίζουν / να συνδαυλίζουνε / να συνδαυλίσουν / να συνδαυλίσουνε
Προστακτική—συνδαύλιζε / συνδαύλισε——συνδαυλίζετε / συνδαυλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →