συνδαυλίζω
•
- κυριολεκτικάανακατεύω ή ανακινώ τα ξύλα (σε τζάκι, σόμπα κ.λπ.), προκειμένου να δυναμώσω τη φωτιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμβάλλω στην ανάδειξη δυσάρεστων καταστάσεων, παθών κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδαυλίζω < συν- + δαυλός + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνδαυλίζω | συνδαυλίζεις | συνδαυλίζει | συνδαυλίζουμε | συνδαυλίζετε | συνδαυλίζουν / συνδαυλίζουνε |
| Παρατατικός | συνδαύλιζα | συνδαύλιζες | συνδαύλιζε | συνδαυλίζαμε | συνδαυλίζατε | συνδαυλίζαν / συνδαυλίζανε / συνδαύλιζαν |
| Αόριστος | συνδαύλισα | συνδαύλισες | συνδαύλισε | συνδαυλίσαμε | συνδαυλίσατε | συνδαυλίσαν / συνδαυλίσανε / συνδαύλισαν |
| Μέλλοντας | θα συνδαυλίζω / θα συνδαυλίσω | θα συνδαυλίζεις / θα συνδαυλίσεις | θα συνδαυλίζει / θα συνδαυλίσει | θα συνδαυλίζουμε / θα συνδαυλίσουμε | θα συνδαυλίζετε / θα συνδαυλίσετε | θα συνδαυλίζουν / θα συνδαυλίζουνε / θα συνδαυλίσουν / θα συνδαυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνδαυλίσει | έχεις συνδαυλίσει | έχει συνδαυλίσει | έχουμε συνδαυλίσει | έχετε συνδαυλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνδαυλίσει | είχες συνδαυλίσει | είχε συνδαυλίσει | είχαμε συνδαυλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνδαυλίσει / να συνδαυλίζω / να συνδαυλίσω | να έχεις συνδαυλίσει / να συνδαυλίζεις / να συνδαυλίσεις | να έχει συνδαυλίσει / να συνδαυλίζει / να συνδαυλίσει | να έχουμε συνδαυλίσει / να συνδαυλίζουμε / να συνδαυλίσουμε | να έχετε συνδαυλίσει / να συνδαυλίζετε / να συνδαυλίσετε | να συνδαυλίζουν / να συνδαυλίζουνε / να συνδαυλίσουν / να συνδαυλίσουνε |
| Προστακτική | — | συνδαύλιζε / συνδαύλισε | — | — | συνδαυλίζετε / συνδαυλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →