συνδείπνηση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδειπνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδείπνηση < συνδειπνώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδείπνηση | συνδειπνήσεις |
| Γενική | συνδείπνησης | συνδειπνήσεων |
| Αιτιατική | συνδείπνηση | συνδειπνήσεις |
| Κλητική | συνδείπνηση | συνδειπνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →