Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνδεδεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει συνδεθεί ή εξαρτάται από κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
  2. συνδεδεμένος στο διαδίκτυο Βικιλεξικό
  3. συνδεδεμένος σε μία ιστοσελίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνδεδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συνδέω

Άλλοι τύποι

συνδεδεμένασυνδεδεμένεσυνδεδεμένεςσυνδεδεμένησυνδεδεμένηςσυνδεδεμένοσυνδεδεμένοισυνδεδεμένοςσυνδεδεμένουσυνδεδεμένουςσυνδεδεμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →