συνδεδεμένος
•
- που έχει συνδεθεί ή εξαρτάται από κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- συνδεδεμένος στο διαδίκτυο Βικιλεξικό
- συνδεδεμένος σε μία ιστοσελίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδεδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συνδέω
Άλλοι τύποι
συνδεδεμένασυνδεδεμένεσυνδεδεμένεςσυνδεδεμένησυνδεδεμένηςσυνδεδεμένοσυνδεδεμένοισυνδεδεμένοςσυνδεδεμένουσυνδεδεμένουςσυνδεδεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →