συνδεσμικός
•
- σχετικός με έναν σύνδεσμο Βικιλεξικό
- (ανατομία) συνδεσμική κάκωση του γόνατος
- (γραμματική) συνδεσμική έκφραση
Ετυμολογία
συνδεσμικός < σύνδεσμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδεσμικός | συνδεσμική | συνδεσμικό |
| Γενική | συνδεσμικού | συνδεσμικής | συνδεσμικού |
| Αιτιατική | συνδεσμικό | συνδεσμική | συνδεσμικό |
| Κλητική | συνδεσμικέ | συνδεσμική | συνδεσμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδεσμικοί | συνδεσμικές | συνδεσμικά |
| Γενική | συνδεσμικών | συνδεσμικών | συνδεσμικών |
| Αιτιατική | συνδεσμικούς | συνδεσμικές | συνδεσμικά |
| Κλητική | συνδεσμικοί | συνδεσμικές | συνδεσμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →