συνδεσμώτης
•
- σπάνιοπου είναι φυλακισμένος ή αιχμάλωτος μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδεσμώτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνδεσμώτης, συν- + δεσμώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδεσμώτης | συνδεσμώτες |
| Γενική | συνδεσμώτη | συνδεσμωτών |
| Αιτιατική | συνδεσμώτη | συνδεσμώτες |
| Κλητική | συνδεσμώτη | συνδεσμώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →