συνδημότης
•
- αυτός που είναι από τον ίδιο δήμο Βικιλεξικό
- Τότε και μόνο τότε θα αισθάνομαι περήφανος, γιατί θα έχει αξιολογηθεί η χρησιμότητά μου και η αποτελεσματικότητα της δουλειάς μου στη βελτίωση της ζωής όλων των συνδημοτών μου (https://www.paratiritis-news.gr/news/o-nyn-dimarchos-komotinis-dimitris-kotsakis-ek-neou-ypopsifios-me-tin-stirixi-tis-neas-dimokratias/)
Ετυμολογία
συνδημότης συν- + δημότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδημότης | συνδημότες |
| Γενική | συνδημότη | συνδημοτών |
| Αιτιατική | συνδημότη | συνδημότες |
| Κλητική | συνδημότη | συνδημότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →