συνδιάσκεψη
•
- η διάσκεψη διαφόρων πολιτικών ή διπλωματών για τη συζήτηση διακρατικών ή διεθνών ζητημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδιάσκεψη < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική συνδιάσκε(ψις) + -ψη < ελληνιστική κοινή συνδιασκέπτομαι < συν- + διασκέπτομαι → και δείτε τη λέξη σκέπτομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδιάσκεψη | συνδιασκέψεις |
| Γενική | συνδιάσκεψης | συνδιασκέψεων |
| Αιτιατική | συνδιάσκεψη | συνδιασκέψεις |
| Κλητική | συνδιάσκεψη | συνδιασκέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →