συνδιαλλάσσομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος συνδιαλλάσσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνδιαλλάσσομαι | συνδιαλλάσσεσαι | συνδιαλλάσσεται | συνδιαλλασσόμαστε | συνδιαλλάσσεστε | συνδιαλλάσσονται |
| Παρατατικός | συνδιαλλασσόμουν / συνδιαλλασσόμουνα | συνδιαλλασσόσουν / συνδιαλλασσόσουνα | συνδιαλλασσόταν / συνδιαλλασσότανε | συνδιαλλασσόμασταν / συνδιαλλασσόμαστε | συνδιαλλασσόσασταν / συνδιαλλασσόσαστε | συνδιαλλάσσονταν / συνδιαλλασσόντουσαν |
| Αόριστος | συνδιαλλάχτηκα | συνδιαλλάχτηκες | συνδιαλλάχτηκε | συνδιαλλαχτήκαμε | συνδιαλλαχτήκατε | συνδιαλλάχτηκαν / συνδιαλλαχτήκαν / συνδιαλλαχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνδιαλλάσσομαι / θα συνδιαλλαχτώ | θα συνδιαλλάσσεσαι / θα συνδιαλλαχτείς | θα συνδιαλλάσσεται / θα συνδιαλλαχτεί | θα συνδιαλλασσόμαστε / θα συνδιαλλαχτούμε | θα συνδιαλλάσσεστε / θα συνδιαλλαχτείτε | θα συνδιαλλάσσονται / θα συνδιαλλαχτούν / θα συνδιαλλαχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνδιαλλαχτεί | έχεις συνδιαλλαχτεί | έχει συνδιαλλαχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνδιαλλαχτεί | είχες συνδιαλλαχτεί | είχε συνδιαλλαχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνδιαλλαχτεί / να συνδιαλλάσσομαι / να συνδιαλλαχτώ | να έχεις συνδιαλλαχτεί / να συνδιαλλάσσεσαι / να συνδιαλλαχτείς | να έχει συνδιαλλαχτεί / να συνδιαλλάσσεται / να συνδιαλλαχτεί | να συνδιαλλασσόμαστε / να συνδιαλλαχτούμε | να συνδιαλλάσσεστε / να συνδιαλλαχτείτε | να συνδιαλλάσσονται / να συνδιαλλαχτούν / να συνδιαλλαχτούνε |
| Προστακτική | — | συνδιαλλάξου / συνδιαλλάσσου | — | — | συνδιαλλάσσεστε / συνδιαλλαχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →