Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνδιαλλάσσω

ρήμα
•
  1. συμφιλιώνω άλλους, συμβιβάζω καταστάσεις Βικιλεξικό
  2. συχνότεροι στη νεοελληνική είναι οι μεσοπαθητικοί τύποι (συνδιαλλάσσομαι) και σε αυτή την περίπτωση η σημασία είναι: βρίσκω τρόπο να συνεννοηθώ, συσχετίζομαι, συναναστρέφομαι, καταφέρνω να επικοινωνήσω σε συνήθως (αλλά όχι πάντα) αντιθετικές συγκυρίες, επικοινωνώ συμβιβαστικά, κάνω υποχωρήσεις (συχνά με αρνητική χροιά), δημιουργώ σχέσεις διαπλοκής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνδιαλλάσσω < αρχαία ελληνική συνδιαλλάσσω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →