συνδικάζω
•
- αρχαιοπρεπέςδικάζω μαζί με άλλον δικαστή, από κοινού Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςδικάζω κάποιον στην ίδια δίκη με όλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδικάζω < αρχαία ελληνική συνδικάζω < σύν + δικάζω < δίκη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνδικάζω | συνδικάζεις | συνδικάζει | συνδικάζουμε | συνδικάζετε | συνδικάζουν / συνδικάζουνε |
| Παρατατικός | συνδίκαζα | συνδίκαζες | συνδίκαζε | συνδικάζαμε | συνδικάζατε | συνδίκαζαν / συνδικάζαν / συνδικάζανε |
| Αόριστος | συνδίκασα | συνδίκασες | συνδίκασε | συνδικάσαμε | συνδικάσατε | συνδίκασαν / συνδικάσαν / συνδικάσανε |
| Μέλλοντας | θα συνδικάζω / θα συνδικάσω | θα συνδικάζεις / θα συνδικάσεις | θα συνδικάζει / θα συνδικάσει | θα συνδικάζουμε / θα συνδικάσουμε | θα συνδικάζετε / θα συνδικάσετε | θα συνδικάζουν / θα συνδικάζουνε / θα συνδικάσουν / θα συνδικάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνδικάσει | έχεις συνδικάσει | έχει συνδικάσει | έχουμε συνδικάσει | έχετε συνδικάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνδικάσει | είχες συνδικάσει | είχε συνδικάσει | είχαμε συνδικάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνδικάσει / να συνδικάζω / να συνδικάσω | να έχεις συνδικάσει / να συνδικάζεις / να συνδικάσεις | να έχει συνδικάσει / να συνδικάζει / να συνδικάσει | να έχουμε συνδικάσει / να συνδικάζουμε / να συνδικάσουμε | να έχετε συνδικάσει / να συνδικάζετε / να συνδικάσετε | να συνδικάζουν / να συνδικάζουνε / να συνδικάσουν / να συνδικάσουνε |
| Προστακτική | — | συνδίκαζε / συνδίκασε | — | — | συνδικάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνδικάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →