συνδικαλίστρια
•
- θηλυκό του συνδικαλιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδικαλίστρια < συνδικαλιστ(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδικαλίστρια | συνδικαλίστριες |
| Γενική | συνδικαλίστριας | συνδικαλιστριών |
| Αιτιατική | συνδικαλίστρια | συνδικαλίστριες |
| Κλητική | συνδικαλίστρια | συνδικαλίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →